Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

Η Άλλη Μάνα, η Ελένη




Ευχαριστώ από καρδιάς την εφημερίδα ΘΕΣΣΑΛΙΑ, που αν και το κείμενο το έδωσα τελευταία στιγμή, το δημοσίευσε σήμερα, στη γιορτή της Μητέρας!
Η Άλλη Μάνα, η Ελένη
Γιορτή της «μητέρας», λέει.
Ωραία λέξη, αν και ποτέ δεν την χρησιμοποίησα.
Την βρίσκω ψυχρή. Μου θυμίζει φράχτη.
«Μαμά» την έλεγα όσο ζούσε.
«Μάνα» την είπα όταν Έφυγε.
«Μάννα με δύο ν» την αποκάλεσα, όταν διαλαλούσα στα βιβλία μου την απουσία της.
«Μαμά» έλεγα και την πεθερά μου.
Κουφό μου φαίνονταν.
Ειδικά μετά τη Φυγή της μάννας, δύσκολα μου έβγαινε.
Δεν ήθελα να πάρει καμία τη θέση της.
Έτσι την αποκαλούσα πιο συχνά «γιαγιά».
Μου ήταν πιο εύκολο.
Έβγαινε όμως αυθόρμητα και το μαμά, όταν η νύφη κοιμόταν…
Στις αρχές του μήνα η άλλη μαμά, αρώστησε.
Το «γιαγιά» εξαφανίστηκε ως δια μαγείας.
Πριν λίγες μέρες η μαμά ψυχοραγούσε.
Ήμουν δίπλα της. Και «μάνα» την είπα και «μανουλίτσα μου» της φώναξα: «Μην φύγεις!»
«Ευχαριστώ για όλα!» μου είπε Εκείνη και Έφυγε!
Έτσι ξαφνικά! Κανείς μας δεν το κατάλαβε. Ούτε Εκείνη! Η κίρρωση του ήπατος είναι ύπουλη αρρώστια. Δεν προειδοποιεί. Το μάθαμε στο τέλος.
«Να δώσεις χαιρετίσματα στη μάννα!» της είπα. «Και να την προσέχεις!»
«Ναι!» μου είπε με νοήματα η Άλλη Μάνα!
Η μάνα του άντρα μου που έγινε και δική μου.
«Να την αγαπάς, γιατί αυτή θα πάρει τη θέση μου τώρα που θα φύγω!» μου είχε πει η δική μου μάννα, τότε, πριν Φύγει.
Η αλήθεια είναι ότι αργήσαμε τόσο πολύ ν’ αγαπηθούμε με την Άλλη μαμά, όπως αγαπηθήκαμε τώρα, στις τελευταίες της στιγμές.
Ξέρω ποιος φταίει.
Μας εμπόδιζε η απόσταση της νύφης και πεθεράς.
Μας εμπόδιζε η διεκδίκηση για την αγάπη ενός άντρα.
Κι όμως. Κι οι δυο κλαίγαμε αγκαλιασμένες. Εκείνη που θα τον άφηνε μόνο του κι εγώ για το ανεπανόρθωτο πλήγμα που θα δεχόταν ο άντρας μου. Ήξερα και ξέρω πως εγώ δεν «φτάνω» για να κλείσω αυτή την πληγή.
Ο άντρας μου, που είναι ο γιος της. Ο λεβέντης της, το παλικάρι της. Που της τον πήρα χωρίς να θέλει, πριν πολλά πολλά χρόνια. Που δεν με ήθελε για νύφη. Καμία δεν θα ήθελε, νομίζω. Τον ήθελε δικό της. Γι’ αυτό οι μάνες κάποια στιγμή λέγονται πεθερές. Γιατί τις εμποδίζει η αγάπη.
…Που μου έλεγε υπερήφανη κάποτε, πως «ο γιος της και η κόρη της ήταν οι πιο όμορφοι στην εκκλησία» κι εγώ ζήλευα! Ζήλευα τη μάνα που ξεχώριζε τα παιδιά της!
Τόσο κακιά νύφη! Έκρινε κι ας ήξερε πως κι εκείνη τα δικά της παιδιά θα έβλεπε πιο όμορφα, ανάμεσα σε χιλιάδες! Έκρινε κι ας ήξερε πως κι εκείνη θα γίνει πεθερά και εύκολα θα κρίνει…
«Εμένα μ’ αγαπάς;» την ρώτησα όταν ζητούσε τα παιδιά της.
«Σ’ αγαπάω!» μου είπε κι αγκαλιασμένες κλαίγαμε κι οι δυο. Κλαίγαμε για τις αληθινές στιγμές που χάσαμε.
Κλαίγαμε σαν πληγωμένα σπουργίτια.
Ένα κλάμα βουβής συγχώρεσης.
«Μη φεύγεις!» μου έλεγε, όταν έπρεπε να ξεκουραστώ και μου τραβούσε το χέρι να μείνω.
Και έμενα. Περισσότερο απ’ ότι μπορούσα.
«Κι εσύ μη φεύγεις» της έλεγα, αλλά Εκείνη Έφυγε.
«Κουράστηκα» μου είπε. «Να είστε αγαπημένοι!»
Είμαστε μάνα! Είμαστε!
«Καλό σου ταξίδι!»

…Η γιορτή της μητέρας. Δυο μάννες ανταμώσανε στον ουρανό και γιορτάζουν, μαζί με όλες τις άλλες μανάδες που ζουν και τα τυχερά παιδιά τους έχουν κοντά τους και θα τις χαρίσουν λουλούδια, φιλιά, αγκαλιές και αγάπη.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ και να τις χαίρονται!
Τις Άλλες Μάνες, τις πεθερές, ας προλάβουν να τις αγαπήσουν πιο νωρίς… για να μην έχουν κενά… όπως εγώ.

Κατερίνα Σταματίου - Παπαθεοδώρου